Ελληνικά

Προς μια Μαρξιστική Queer Θεωρία;



Mε αφορμή τα βιβλία των Kevin Floyd  και Sherry Wolf


 


                                                                  


 


Από τη δεκαετία του 2000 σημειώθηκαν προσπάθειες συνάντησης της   μαρξιστικής θεωρίας με την  queer θεωρία, για τη δημιουργία ενός  «queer υλισμού», εγχείρημα το οποίο, παρά τις εύλογες επιφυλάξεις που διατυπώνονται σχετικά, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και συνδέεται με τη στροφή που συντελείται στις κοινωνικές/φεμινιστικές επιστήμες ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2008, θέτοντας σε δοκιμασία  την ηγεμονία των μεταστρουκτουραλιστικών αναλύσεων των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Και προφανώς οι υλικοί κυρίως  λόγοι που ωθούν στη συγκεκριμένη συνάντηση δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν τη θεμελιώδη αντίληψη των Butler,  Weedon κ.ά., οι οποίες διακηρύσσουν πως η γλώσσα, μακριά από το να αντικατοπτρίζει μια ήδη δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα, αποτελεί την ίδια την  κοινωνική πραγματικότητα και πως δεν υπάρχει νόημα πέρα ​​από τη γλώσσα. Queer ακτιβίστριες/στές και ακαδημαϊκές/οί έχουν επισημάνει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που προκαλούν οι καπιταλιστικές πολιτικές λιτότητας μεταξύ των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και προχωρούν σε πιο υλιστικές εξηγήσεις, ειδικά σε μαρξιστικές, για να διατυπώσουν τελικά αντικαπιταλιστικές και αντιρατσιστικές απόψεις, απορρίπτοντας τις α-ιστορικές εκείνες προσεγγίσεις, οι οποίες τείνουν να διαχωρίζουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση από την   έμφυλη καταπίεση. 


Οπωσδήποτε ακόμα και στις μέρες μας δεν μπορεί να γίνει λόγος για ένα σαφώς προσδιορισμένο «queer υλιστικό» ρεύμα, επειδή οι προσεγγίσεις που ομαδοποιούνται υπό τον όρο αυτόν είναι πολύ διαφορετικές. Επιχειρείται, ωστόσο, ο καθορισμός της αναγκαίας  «οικογενειακής ομοιότητας» και ομαδοποίησης των συγκεκριμένων προσεγγίσεων. Έτσι εντοπίζονται λ.χ. δύο είδη «queer υλισμών». Ο πρώτος, επιδιώκει να ενώσει μαρξιστικές και queer θεωρίες, ιδιαίτερα σε καθεστώτα κανονικοποίησης και καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο δεύτερος, ο υλιστικός queer φεμινισμός, εμπλουτίζει τη μαρξιστική φεμινιστική σκέψη με queer αντιλήψεις, εστιάζοντας ειδικότερα στο ζήτημα της ετεροπατριαρχίας, εκείνου του συστήματος εξουσίας και ελέγχου που τοποθετεί τους cis-straight λευκούς άνδρες ως τον κανόνα, όσον αφορά στην έκφραση του φύλου και της σεξουαλικότητας. Και οι δύο  προσεγγίσεις επικαλούνται την «εξηγητική δύναμη» του μαρξισμού, επισημαίνοντας πως αν και ο Μαρξ δεν αναλύει συστηματικά στα έργα του το ζήτημα της καταπίεσης, το εξηγητικό μεθοδολογικό του μοντέλο (κυρίως στο Κεφάλαιο) είναι καθοριστικό για την ανάλυση της σχέσης μεταξύ εκμετάλλευσης και καταπίεσης.  Το βέβαιο είναι πως  διαθέτουμε πλέον  «queer μαρξιστικά» έργα που προσπαθούν να συνθέσουν αυτές τις δύο παραδόσεις, ενώ, αυξάνονται εκείνες κι εκείνοι οι οποίες/οι αρνούνται να δουν  την  queer θεωρία και τον μαρξισμό ως διανοητικά ασύμβατες ή ιστορικά διαδοχικές θεωρήσεις και προτείνουν την παραγωγική τους προσέγγιση ως κριτικών που συνήθως ασχολούνται με το πρόβλημα της κοινωνικής δομής.


 


Μεταξύ φύλου και σεξουαλικότητας


 


Το βιβλίο του Kevin Floyd  The Reification of Desire: Toward a Queer Marxism  (Minneapolis: University of Minnesota Press, 2009) όπως και αυτό της γνωστής ακτιβίστριας Sherry Wolf της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Οργάνωσης (ISO) Sexuality and Socialism: History, Politics, and Theory of LGBT Liberation  (Chicago: Haymarket Books, 2009), από τα πρώτα του είδους, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις-παρά την όποια κριτική-της προαναφερόμενης προσπάθειας σύνθεσης και είναι κρίμα που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Floyd  αξιοποιεί με συναρπαστικό τρόπο τις απόψεις του ούγγρου μαρξιστή György Lukács στον τρόπο που μελετά ζητήματα σεξουαλικότητας και queer θεωρίας. Γνώστης της σύγχρονης queer θεωρίας επισημαίνει, μεταξύ άλλων, πως  η «επιτελεστική» αρρενωπότητα και θηλυκότητα που έχει αναλύσει η Butler δεν είναι α-ιστορική και αιώνια, αλλά προέκυψε στο πλαίσιο συγκεκριμένων ιστορικών και υλικών συνθηκών. Ο Floyd επιχειρεί να διευρύνει και να εμπλουτίσει τη θέση του μαρξιστικού υλισμού κατά την οποία, η οικονομία, η πολιτική και η ιδεολογία δεν αποτελούν  ξεχωριστούς τομείς, αλλά τμήματα ενός δομημένου συνόλου. Δείχνει ότι οι δομές του φύλου και της σεξουαλικότητας μπορούν και πρέπει, επίσης, να θεωρηθούν ως αναπόσπαστα τμήματα της  καπιταλιστικής ολότητας. Το φύλο και η σεξουαλικότητα δεν αποτελούν κατά τη γνώμη του απλά δευτερεύουσες πτυχές ενός κοινωνικού σχηματισμού, αλλά διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αρέσει ή όχι, η παραγωγή, η αναπαραγωγή και η κατανάλωση συνδέονται εξαρχής με το φύλο.


Η Wolf, από την πλευρά της, εστιάζει σε θέματα κοινωνικής τάξης και πολιτικής και προσφέρει σημαντικά στατιστικά στοιχεία για τις ταξικές διαιρέσεις στις ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητες, αλλά και χρήσιμη περιγραφή της οργάνωσης της εργασίας των μελών τους. Πιστεύει ότι οι Μαρξ και  Ένγκελς παρέχουν τα θεωρητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα τόσο για την ανάλυση όσο και για την επιτυχή μάχη ενάντια στην καταπίεση και επιμένει πως «Οποιαδήποτε προσπάθεια να ζήσουμε σεξουαλικά απελευθερωμένες ζωές κάτω από τις τρέχουσες υλικές συνθήκες, θα έρχεται πάντα σε αντίθεση με τους πραγματικούς περιορισμούς της καθημερινής ύπαρξης των ανθρώπων» (σ.276). Ισχυρίζεται πως «Η καταπίεση των ΛΟΑΤΚΙ, όπως και η καταπίεση των γυναικών, συνδέεται με την κεντρική θέση της πυρηνικής οικογένειας ως ένα από τα μέσα του καπιταλισμού τόσο για την ενθάρρυνση των κανόνων φύλου όσο και για την εξωτερική ανάθεση φροντίδας για την τρέχουσα και τις μελλοντικές γενιές εργαζομένων με μικρό κόστος για το κράτος» (σ.19). Ωστόσο, ενώ η ανάλυση της Wolf συγκλίνει με τη μαρξιστική-φεμινιστική ανάλυση της ΛΟΑΤΚΙ+ καταπίεσης και απελευθέρωσης που αναπτύχθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1970, η ίδια  αποφεύγει τη να αυτοπροσδιοριστεί ως  «φεμινίστρια».


 


Η κριτική


 


Αν και τα συγκεκριμένα βιβλία υπήρξαν πρωτοπόρα  για την εποχή τους και άνοιξαν τον δρόμο στον σύγχρονο, αναζωογονημένο queer μαρξισμό, δέχτηκαν σοβαρή κριτική: από τη μια πως ο μαρξισμός της Wolf, ενώ συνδέει την απελευθέρωση των γυναικών με την απελευθέρωση και των ΛΟΑΤΚΙ,  δεν ενσωματώνει επαρκώς τον φεμινισμό και τις σχετικές θεωρητικές επεξεργασίες. Από την άλλη ο Floyd κάνει μεν σημαντικές συνδέσεις μεταξύ φύλου και  σεξουαλικότητας, περιορίζεται όμως σε μέλη της μεσαίας τάξης των ΗΠΑ. Και ενώ και τα δύο βιβλία δείχνουν τον ιστορικό χαρακτήρα των κατηγοριών της ετεροφυλοφιλίας και της ομοφυλοφιλίας, κανένα δεν εστιάζει στις προσπάθειες των σύγχρονων queer θεωρητικών να αμφισβητήσουν το δυαδικό gay/straight, ενώ δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου στις συνεισφορές του Foucault ή της Butler.  Παράλληλα υπάρχουν πάντα εκείνες κι εκείνοι οι μαρξίστριες/ές, οποίες/οι εμμένουν στην άποψη πως queer θεωρία και μαρξισμός είναι διανοητικά ασύμβατες θεωρήσεις, υπενθυμίζοντας ότι   η ταξική κοινωνία υπήρξε  η ιστορική αιτία για την εμφάνιση της γυναικείας καταπίεσης, εμμένοντας πως αυτή αποτελεί τις ρίζες της καταπίεσης για τις «αποκλίνουσες σεξουαλικότητες», ενώ ο σεξισμός και η ομοφοβία χρησιμοποιούνται, επίσης, για να διαλύουν την αλληλεγγύη των εργαζομένων ενάντια στον κοινό τους εχθρό, τον καπιταλισμό.


 


Apsny News

İlgili Makaleler

Bir yanıt yazın

Başa dön tuşu