Δημοψήφισμα 2015: Για ένα πουκάμισο αδειανό…

15.07.2024 - Pazartesi 20:20

[ad_1]


Στις 5 Ιουλίου, μετά την ευγενή υπενθύμιση των υπαλλήλων του Ζούκερμπεργκ, ανάρτησα στον τοίχο μου στο facebook μια φωτογραφία που μου είχε κοινοποιήσει πριν από εννέα ακριβώς χρόνια, δηλαδή το 2015, η Κατερίνα Μπρέγιαννη, στην οποία εμφανίζεται η ασπρομαλλούσα αφεντιά μου να ουρλιάζει έξαλλα κάποιο σύνθημα με σηκωμένη την γροθιά της. Στα δεξιά μου μπορεί κανείς να διακρίνει τον πιο συγκρατημένο Νίκο Τσιγώνια και στα αριστερά μου την Παναγιώτα Μανιού (;) και τον Γιώργο Καρατσιουμπάνη που κρατούν ένα πανό του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Είμαστε στην κεφαλή μιας σχετικά μικρής πορείας αριστερών ανθρώπων ορισμένοι εκ των οποίων ανέμιζαν κόκκινες σημαίες, η οποία ξεκίνησε από τα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ στην Κουμουνδούρου και κατέληξε, μεγαλύτερη, στο Σύνταγμα, όπου μαζί με και με άλλον κόσμο που είχε μαζευτεί εκεί παραμείναμε κάμποση ώρα, τραγουδώντας, χορεύοντας, πίνοντας μπύρες και φωνάζοντας συνθήματα κυρίως κατά του Σόιμπλε.


Με την εκ των υστέρων γνώση και έναν αναστοχασμό για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, λίγο καιρό αργότερα σχημάτισα την άποψη, την οποία διατηρώ μέχρι σήμερα, ότι η μάχη που δώσαμε τότε στην Ελλάδα και το εξωτερικό υπέρ του (ταξικά διαιρετικού) “Όχι” ήταν για ένα πουκάμισο αδειανό. Το δημοψήφισμα υπήρξε ένα αχρείαστο γεγονός, την αποκορύφωση μιας χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, αδιέξοδης διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που έθεσε σε αμφισβήτηση την ταυτότητα και το κύρος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα και διεθνώς, κάτι που το πληρώνουμε μέχρι σήμερα.


 


Τι προηγήθηκε 


 


Για να θεμελιώσω το επιχείρημά μου είναι ανάγκη να αναφερθώ πολύ συνοπτικά τόσο στην περίοδο πριν από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος με διάγγελμα του Αλέξη Τσίπρα, την 27η Ιουνίου 2015, όσο και σε εκείνη της διακυβέρνησης μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου.


Ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά του, διεκδικώντας μάλιστα την κυβερνητική εξουσία, από το 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 όταν την κατέκτησε, με βάση την υπόσχεση ότι θα καταργήσει τα μνημόνια της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων, παραμένοντας στη ζώνη του ευρώ. Μια ψύχραιμη ανάλυση του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης, θα έπρεπε να μας είχε εμποδίσει να κυνηγούμε χίμαιρες, υποσχόμενοι στο λαό κάτι ανέφικτο. Πετώντας στα σύννεφα ενός ακραίου βολονταρισμού, πιστεύαμε ότι η κυβέρνηση ενός μικρού κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μια μικρή υπερχρεωμένη (στην ουσία χρεοκοπημένη) χώρα του Νότου της ΕΕ θα ανέτρεπε τις επιταγές της Τρόικας η οποία θα αναγκαζόταν να δεχθεί την διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους και την εφαρμογή μιας ήπιας μη νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής (το γνωστό «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης»). Θα μπορούσε, μάλιστα, κάποιος/α να ισχυριστεί ότι ορισμένοι είχαμε καταληφθεί από σύνδρομο παντοδυναμίας (βλ. Χ.Γολέμης: «Η επιτυχία μιας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αλλάξει την Ευρώπη», συνέντευξη στον Στρατή Μπουρνάζο, Ενθέματα της Αυγής, 16/2/2014).


Η διαπραγμάτευση, με τις συνεχείς παραβιάσεις των «κόκκινων γραμμών» της κυβέρνησης και την άρνηση της Τρόικας, του Γιούρογκρουπ, αλλά και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να δεχθούν ότι οι προτάσεις μας θα οδηγούσαν σε μια λύση win-win, απέδειξε ότι ήμασταν βαθιά νυχτωμένοι. Όλοι; Όχι. Εσωκομματικά, η «ευρωσκεπτικιστική» Αριστερή Πλατφόρμα (που μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου αποτέλεσε την βάση της Λαϊκής Ενότητας) υποστήριζε εξ αρχής ότι ο στόχος της κομματικής πλειοψηφίας ήταν ανέφικτος, και πρότεινε να εκπονήσουμε ένα Σχέδιο Β για την περίπτωση που θα αναγκαζόμασταν να βγούμε από την ευρωζώνη, ένα ενδεχόμενο επιθυμητό γι’ αυτήν. Από την άλλη, η ΔΗΜΑΡ δια στόματος Φώτη Κουβέλη είχε, ήδη από το 2012, δηλώσει τις δικές της «κόκκινες γραμμές» που ήταν «η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρώπη και την ευρωζώνη» και «η σκληρή, συστηματική και επίπονη διαπραγμάτευση, προκειμένου να αποδεσμευθεί η χώρα από όρους, ρυθμίσεις του μνημονίου». Εκ του αποτελέσματος είναι εμφανές ότι οι κυβερνήσεις Τσίπρα εφάρμοσαν εν τέλει την γραμμή της ΔΗΜΑΡ, με την οποία συμφωνούσαν και κάποια ηγετικά στελέχη του κόμματός μας.


 


Το τραύμα της υπογραφής


 


Είτε αρέσει είτε όχι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τήρησε την υπόσχεση κατάργησης των μνημονίων που έδωσε προεκλογικά στον ελληνικό λαό, στη βάση της οποίας απέσπασε την ψήφο του, τον Ιανουάριο 2015, και σχημάτισε κυβέρνηση μαζί με τους ΑΝΕΛ (χωρίς να υπάρχει κάποια κομματική απόφαση γι’ αυτήν τη συνεργασία, την οποία ηγετικό στέλεχος προετοίμαζε ήδη από το 2012). Η επικράτησή του στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, την οποία πολλοί/ες θεώρησαν ως εκ των υστέρων νομιμοποίηση της υπογραφής του τρίτου μνημονίου, δεν δικαιώνει την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, στο οποίο οι περισσότεροι πολίτες προσήλθαν με συγκρουσιακή διάθεση απέναντι στους «θεσμούς» και την πρόταση-τελεσίγραφό τους. Όλος αυτός ο κόσμος υπέστη μια πλήρη ματαίωση των προσδοκιών του μετά την ερμηνεία του αποτελέσματος ως δήθεν εντολή για τη συνέχιση της διαπραγμάτευσης, όπως πίστευαν (;) και διακήρυσσαν ο πρωθυπουργός και ένας στενός περί αυτόν κύκλος, αδιαφορώντας ως συνήθως για την άποψη της Κεντρικής Επιτροπής, η οποία ουδέποτε συνεδρίασε για το θέμα αυτό.


Ο κυρίαρχος μύθος αυτών που υιοθέτησαν την παραπάνω ερμηνεία του “Όχι” ήταν και είναι ότι το τρίτο μνημόνιο, το οποίο η κυβέρνηση εφάρμοσε κατά γράμμα, ήταν καλύτερο από την πρόταση των δανειστών. Ομολογώ ότι δεν μπορώ να κάνω αυτήν την σύγκριση. Ο λόγος είναι ότι, παρά το γεγονός ότι ήμουν μέλος της ΚΕ και είχα καλή σχέση με την ηγεσία, ανήκα στα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που είχαν ελάχιστη συγκεκριμένη πληροφόρηση για την πορεία της διαπραγμάτευσης και κυρίως για τον στόχο της. Επιπλέον, τόσο τα κομματικά μέλη όσο και το 62% του λαού καταψήφισαν την πρόταση-τελεσίγραφο που επέδωσε στην κυβέρνηση η Τρόικα στις 25 Ιουνίου 2015, παρά το γεγονός ότι μάλλον δεν έψαξαν να βρουν και να διαβάσουν τα αναφερόμενα στο ψηφοδέλτιο έγγραφα “Reforms for the Completion of the Current Programme and Beyond” και “Prelimenary Debt Sustainability Analysis”. Αναρωτιέμαι, όμως, τι χειρότερο πρόβλεπε η συγκεκριμένη πρόταση από τις παρακάτω ενδεικτικές πολιτικές (όσες λίγες θυμάμαι, στα πρόχειρα): τη συνέχιση της λιτότητας (με εμβληματική  την κατάργηση του ΕΚΑΣ που έφερε τους χαμηλοσυνταξιούχους στο όριο της φτώχειας), τις εκτεταμένες «πλήρεις» ιδιωτικοποιήσεις (του Ελληνικού, των λιμανιών του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, δεκατεσσάρων επαρχιακών αεροδρομίων, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ…) και πολλές άλλες «μερικές», την μεταβίβαση των «κόκκινων» ιδιωτικών χρεών στα κερδοσκοπικά funds, τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, την δημιουργία της ανεξάρτητης/ανεξέλεγκτης ΑΑΔΕ, την ίδρυση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο, την εξευτελιστική υποθήκευση όλης της δημόσιας περιουσίας στο «Υπερταμείο»;


Είναι αλήθεια ότι από το 2015 ως το 2019 οι επικεφαλής των διαφόρων υπουργείων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (εξαιρώ, φυσικά, όσους/ες είχαν την ευθύνη της εξωτερικής/αμυντικής, πολιτικής και τις σχέσεις με την εκκλησία, δεδομένου ότι η εφαρμοσθείσα σ’ αυτούς τους τομείς ντροπιαστική πολιτική δεν συνδεόταν με το μνημόνιο) και οι συνεργάτες/τριες τους προσπάθησαν, στη βάση της αριστερής ευαισθησίας τους, να αντιμετωπίσουν κατά το δυνατόν την ανθρωπιστική κρίση, κινούμενοι/ες μετά τον Αύγουστο του 2015 εντός των ασφυκτικών ορίων του τρίτου μνημονίου, και σε ορισμένες περιπτώσεις πρόσφεραν κάποια ανακούφιση στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, π.χ. στον τομέα της υγείας. Αυτές, όμως, οι αξιέπαινες προσπάθειες δεν μπορούν να αντισταθμίσουν το φοβερό τραύμα της υπογραφής του τρίτου μνημονίου, το οποίο δεν επουλώνει η περίπου «ιεροποίηση» των κυβερνήσεων Τσίπρα με το επιχείρημα ότι η τελευταία εξ αυτών «έβγαλε τη χώρα από το μνημόνιο» (που η ίδια υπέγραψε), ενώ αυτό που συνέβη είναι ότι λόγω της υποδειγματικής εφαρμογής του εκείνο έληξε ομαλώς την προβλεπόμενη ημερομηνία, στις 20 Αυγούστου του 2018.


 


Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα


 


Σημαίνουν όσα προανέφερα ότι μετά το “Όχι” στο δημοψήφισμα η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να αρνηθεί την υπογραφή μνημονίου, διακινδυνεύοντας την έξοδο από το ευρώ, που ήταν το σχέδιο του Σόιμπλε; Κάποιοι/ες που παραμείναμε στο κόμμα και μετά την ήττα, θεωρούσαμε ότι μια τέτοια απόφαση αφενός θα ήταν (και αυτή) αντίθετη με όσα υποσχεθήκαμε προεκλογικά στο λαό, και αφετέρου ουδεμία προετοιμασία είχε γίνει για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με αποτέλεσμα αυτή να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη χώρα, αλλά και για την Αριστερά. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, λοιπόν. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένοι/ες ελπίζαμε, ανοήτως, ότι ίσως θα μπορούσαμε να απεμπλακούμε από το μνημόνιο αν οι όροι των δανειστών κατά την διάρκεια των αξιολογήσεων ξεπερνούσαν κάποια όρια. Γι’ αυτό υποβάλαμε στο 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, το 2016, ένα κείμενο με τίτλο-μνημείο αφέλειας: «Όχι πάση θυσία στην κυβέρνηση». Την συνέχεια την ξέρουμε-από τον τίτλο έφυγε το «όχι» και έμεινε το υπόλοιπο.


Αργότερα, ομολογώ ότι σκέφτηκα πως ίσως η «ενορχήστρωση μιας ηρωικής ήττας», δηλαδή η παραίτηση τις κυβέρνησης, να ήταν η λιγότερο κακή λύση. Όμως, πάλι, τι θα κάναμε στις εκλογές που θα έρχονταν μετά από αυτήν;


Εν πάση περιπτώσει, εξ αιτίας όλων των παραπάνω, δεν αισθάνομαι καθόλου περήφανος για το «συμβάν» του δημοψηφίσματος.


 

[ad_2]
Apsny News

YORUM YAZ

Yorum Yazabilmek İçin Lütfen Giriş Yapın.